ρυμουλκώ

-ησα, -ήθηκα, -ημένος
1. σέρνω, τραβώ κάτι δεμένο πίσω μου: Το πλοίο, για να μη βυθιστεί, ρυμουλκήθηκε στο κοντινότερο λιμάνι.
2. παρασύρω, άγω και φέρω: Σ' όλα ρυμουλκιόταν από τη γυναίκα του.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ρυμουλκώ — ῥυμουλκῶ, έω, ΝΑ, και ρεμουλκώ Ν έλκω, τραβώ πλωτό ή τροχοφόρο όχημα που είναι δεμένο πίσω μου («τῶν μὲν ρυμουλκούντων τὰς ἱππηγοὺς ναῡς», Πολ.) νεοελλ. 1. μτφ. (σχετικά με πρόσ.) μπορώ και κατευθύνω κάποιον όπως θέλω εγώ, τόν χρησιμοποιώ κατά τη …   Dictionary of Greek

  • ρυμουλκώ — ρυμουλκώ, ρυμούλκησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ρυμουλκώ — [римулко] р. буксировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ῥυμουλκῶ — ῥῡμουλκῶ , ῥυμουλκέω draw by a line pres subj act 1st sg (attic epic doric) ῥῡμουλκῶ , ῥυμουλκέω draw by a line pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλάρω — (κυρίως ναυτ. όρος) σύρω έξω, τραβώ, ρυμουλκώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. alare «ρυμουλκώ, σύρω πλοίο»] …   Dictionary of Greek

  • ρυμούλκηση — η, Ν 1. η ενέργεια τού ρυμουλκώ, τράβηγμα οχήματος είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα από ένα άλλο που έχει κινητήρια δύναμη, ρυμουλκία 2. φρ. «ρυμούλκηση πλοίου» (ναυτ. δίκ.) η έλξη πλοίου ή άλλου πλωτού ναυπηγήματος λόγω αδυναμίας αυτοδύναμης… …   Dictionary of Greek

  • έλκω — και ελκύω (AM ἕλκω και ἑλκύω) 1. σέρνω, τραβώ κάποιον ή κάτι προς το μέρος μου 2. προσελκύω, σαγηνεύω 3. (για πλοίο) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα 4. (για πλοίο) ρυμουλκώ 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανή) κινούμαι προς τα εμπρός,… …   Dictionary of Greek

  • αναδέω — ἀναδέω (ΑΜ) Ι. (ενεργ. και μέσ.) (για τα μαλλιά) δένω επάνω, στολίζω με κορδέλα, στεφάνι κ.ά. ΙΙ. μέσ. 1. κερδίζω στεφάνια νίκης, ή απλώς, κερδίζω, αποκτώ μσν. μέσ. παίρνω και βάζω στο κεφάλι μου αρχ. Ι. ενεργ. 1. στολίζω τα μαλλιά κάποιου με… …   Dictionary of Greek

  • αφέλκω — ἀφέλκω (Α) 1. αποσπώ, σέρνω βίαια 2. απομακρύνω ρήτορα από το βήμα 3. εκτρέπω, αποσπώ την προσοχή στρέφοντάς την αλλού 4. (δέρμα) γδέρνω 5. (για πλοία) σύρω, ρυμουλκώ 6. (για υγρά) ρουφώ 7. μέσ. βγάζω, αποσπώ, τραβώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αφ (< απο )… …   Dictionary of Greek

  • εξέλκω — (AM ἐξέλκω) σέρνω προς τα έξω («φάσγανον ἐξεῑλκε κολεοῡ», Ευρ.) νεοελλ. (για πλοίο) ρυμουλκώ έξω από το λιμάνι αρχ. σώζω («Ἑλλάδα ἐξέλκων δουλίας», Πίνδ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.